Sunday, November 4, 2007

Μαραθώνιος-Σύννεφα και βροχή


Βρέχει μπαλόνια




Κάτω από τη τέντα


Βροχή από γέλια


Ντολμαδάκια σε καινούργια συσκευασία


Θεατές Μαραθωνίου





Παραλειπόμενα Μαραθωνίου

Ξιφομαχία γιγάντων

Κινητή αφίσα


Βίκινγκς μετά τη μάχη


Σκυλοκαβγάς


Όμορφες παρουσίες

Προετοιμασία Μαραθωνίου





Saturday, November 3, 2007

Κάπου ένα ζευγάρι παπούτσια με περιμένει


Περπατάω στο δρόμο ξυπόλητος
Κάπου είχα ένα ζευγάρι παπούτσια
Τα φόραγα καιρό πολύ
Με συνόδεψαν σ 'ανηφοριές
Με συνόδεψαν σε κατηφοριές

Περπατάω στο δρόμο ξυπόλητος
Κάπου είχα ένα ζευγάρι παπούτσια
Τα αγάπησα καιρό πολύ
Με συνόδεψαν σε κακοτράχαλους δρόμους
Με συνόδεψαν σε γλιστερά μονοπάτια

Περπατάω στο δρόμο ξυπόλητος
Κάπου είχα ένα ζευγάρι παπούτσια
Με πλήγωσαν καιρό πολύ
Μου χάρισαν μικρούς χαριτωμένους κάλους
Μου χάρισαν μικρές ανεπαίσθητες σουβλιές

Περπατάω στο δρόμο ξυπόλητος
Κάπου είχα ένα ζευγάρι παπούτσια
Τα πλήγωσα καιρό πολύ
Τα έλιωσα καιρό πολύ
Τα τρύπησα καιρό πολύ

Περπατάω στο δρόμο ξυπόλητος
Κάπου είχα ένα ζευγάρι παπούτσια
Τ 'ακούμπησα κάπου μακρυά
Κι έμειναν μόνα και ορφανά
Και με την απορία στο δέρμα

Περπατάω στο δρόμο ξυπόλητος
Κάπου είχα ένα ζευγάρι παπούτσια
Προχωράω παραπατώντας απ' το πόνο
Προχωράω τρέμοντας απ' το φόβο
Νιώθω την άσφαλτο να με καίει

Περπατάω ξυπόλητος στο δρόμο
Κάπου ένα ζευγάρι παπούτσια με περιμένει
Προχωράω πατώντας μέσα σε λακούβες
Προχωράω πατώντας μέσα σε χαντάκια
Νιώθω τον πόνο να με καίει

Περπατάω ξυπόλητος στο δρόμο
Κάπου ένα ζευγάρι παπούτσια με περιμένει
Στέκομαι και αφουγκράζομαι τον αγέρα
Στέκομαι και αγναντεύω τον ορίζοντα
Νιώθω να χάνομαι στην ανυπαρξία

Thursday, November 1, 2007

Ο κήπος με τις καρδιές






Ύστερα από είκοσι χρόνια , τα βήματά του τον οδήγησαν ξανά στο γνώριμο μονοπάτι . Αντίκρισε τα δίδυμα δέντρα να στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο , όπως τότε, μόνο που τώρα οι κορμοί τους είχαν αποκτήσει άπειρα σημάδια , άγγιξε τις χαρακιές ψάχνοντας να βρει εκείνες που ήταν δικό του έργο. Τις βρήκε, χάιδεψε το δικό της γράμμα . Α όπως Αγάπη , Αγγελική , ναι Αγγελική λέγαν τον ξανθό του Άγγελο με το κελαρυστό γέλιο.
Την είδε να έρχεται παρέα με το πεκινουά της , που τον φώναζε Μπιζού δηλαδή κόσμημα. Όταν πρωτοαντίκρισε το πλάσμα εκείνο που καλούσε κόσμημα , μόνο που δεν έβαλε τα γέλια. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι δύο μάτια σαν τεράστιες κουμπότρυπες θα άκουγαν στο όνομα Μπιζού! Καθώς όμως σήκωσε το κεφάλι θαμπώθηκε από τα γαλανά μάτια που καλούσαν τόσο χαϊδευτικά τη Μπιζού.
Έκτοτε κάθε απόγευμα καθισμένος στο παγκάκι , περίμενε το πέρασμα του Άγγελου με το Κόσμημα. Ώσπου μια μέρα τα χείλη της του μίλησαν και μια άλλη τον φίλησαν απαλά. Προχώρησαν στον κήπο με τις καρδιές, έδεσαν τη Μπιζού σε μια καρδιά και προχώρησαν στο βάθος του κήπου για να ενώσουν και τις δικές τους .
Τα θυμόταν ολοκάθαρα σαν να ήταν χθες. Πως μπόρεσε ν' αφήσει την αγάπη του και να φύγει για σπουδές στην Αγγλία... Δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον εαυτό του όσο και να τον είχε πιέσει ο πατέρας του. Αναρωτιόταν ακόμη , εάν δεν ήταν εκείνη η ανακοίνωση του γιατρού , θα είχε ποτέ γυρίσει στην Ελλάδα...
Ξαφνικά ακούει ένα γαύγισμα, είναι ένα τεράστιο λυκόσκυλο , και από πίσω του μια γυναικεία φωνή να καλεί :Μπιζού έλα δώ !

Big Ben